Μέτρα Εκτέλεσης Απόφασης: Οικονομική Εξέταση & Διάταγμα Δόσεων

Η εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μείζονα και διαχρονικά προβλήματα της δικαιοσύνης στην Κύπρο το οποίο απασχολεί τα Δικαστήρια, τους Δικηγόρους αλλά και τους πολίτες οι οποίοι είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, καθώς είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις όπου ένας πολίτης μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, εξασφαλίζει Δικαστική Απόφαση υπέρ του, εντούτοις όμως αυτή δεν «εκτελείται» είτε γιατί ο εξ’ αποφάσεως οφειλέτης αρνείται και αμελεί να εξοφλήσει την οφειλή του η οποία προκύπτει από την Απόφαση είτε προφασίζεται γενικά και αόριστα οικονομικές δυσκολίες.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση  Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Kωνσταντίνου (2000) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1034, 1038 «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις». Ομοίως πάγιες είναι οι νομολογιακές αρχές σύμφωνα με τις οποίες η αναγνώριση του κύρους, της ισχύος και της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων αποτελούν κορυφαία ζητήματα δημοσίου συμφέροντος για τα οποία απαιτείται να εμπεδώνεται η πεποίθηση πως οι δικαστικές διαδικασίες είναι αποτελεσματικές και η δικαιοσύνη δεν απονέμεται επί ματαίω.

Νομοθετικό οπλοστάσιο αναφορικά με τους τρόπους εκτέλεσης μιας Δικαστικής Απόφασης πολιτικού Δικαστηρίου (δηλαδή όχι ποινικού ή άλλης ειδικής δικαιοδοσίας) συνιστά ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 (εφεξής «το Κεφ. 6») ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα· στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η καταχώρηση σχετικής δια κλήσεως αίτησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ή τους δικηγόρους του στο Δικαστήριο με την οποία καλείται ο εξ’ αποφάσεως οφειλέτης όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί δίδοντας τεκμηριωμένη μαρτυρία με όλες τις αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση. Συγκεκριμένα ο σκοπός του Μέρους 8 (VIII) του Κεφ. 6, που είναι η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, στοιχείο κρίσιμο για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

Προκειμένου, να καταστεί ευχερέστερη η κατανόηση της φύσης μιας αίτησης έρευνας / οικονομικής εξέτασης και το σκεπτικό το οποίο εφαρμόζει το Δικαστήριο σε αυτές, κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε αρχικά τη σχετική νομική πτυχή της υπόθεσης, αναφερόμενοι στις σχετικές εφαρμοστέες διατάξεις του Νόμου, με παραπομπή στη συναφή επί του θέματος νομολογία ως καθιερώθηκε από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κεφ. 6 δικαστική απόφαση ή διάταγμα που διατάσσει πληρωμή χρημάτων δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του Κεφ. 6, να εκτελεστεί, μεταξύ άλλων, με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους 8 (VIII) (βλ. Άρθρο 14(1)(ε)) και με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 9 (IX). Όπως έχει νομολογηθεί, η διαδικασία αιτήσεως για έρευνα της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη είναι εξεταστικού χαρακτήρα1. Το Άρθρο 85 επιτρέπει την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη και των μαρτύρων, ενόρκως ή με άλλο αποδεκτό τρόπο, ακόμη και αν ο οφειλέτης δεν εμφανιστεί2.

Η νομολογία3, επιβεβαιώνει ότι το βάρος απόδειξης για την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη βαρύνει τον ίδιο. Ο οφειλέτης υποχρεούται να αποκαλύψει πλήρως την περιουσία του, ώστε να αξιολογηθεί η δυνατότητά του να εξοφλήσει το χρέος ή να προσδιοριστεί ποσό μηνιαίας δόσης καθώς ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Όσον αφορά τις εξουσίες του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους Αιτήσεις, σύμφωνα με το Άρθρο 87(1) του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί, μετά την εξέταση του οφειλέτη, να εκδώσει μεταξύ άλλων και διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξετάσει επανειλημμένα την εφαρμογή του μέτρου αυτού, ειδικά για την έκδοση διατάγματος πληρωμής με μηνιαίες δόσεις, επισημαίνοντας ότι το κριτήριο είναι η διασφάλιση ότι η εκτέλεση δεν διαταράσσει το αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του4. Όσον αφορά την νομολογία επί του εν λόγω θέματος, όπως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, η έκδοση διατάγματος αποπληρωμής του εξ’ αποφάσεως χρέους, με μηνιαίες δόσεις, συνδέεται με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας5. Βεβαίως, πέραν από το κύρος της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, οφείλει να λαμβάνει υπόψη και την ανάγκη για αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη6.

Όσον φορά στην περίπτωση που η αίτηση αφορά φυσικό πρόσωπο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον μισθό και/ή τα εισοδήματα του οφειλέτη, τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και διατάζει την πληρωμή ποσού, το οποίο είναι περίσσευμα από το μισθό και τα εισοδήματά του, αφού πρώτα αφαιρεθεί εύλογο αναγκαίο ποσό για τη συντήρηση του ιδίου και των εξαρτωμένων του7. Ως προς την εξακρίβωση της οικονομικής ευχέρειας του οφειλέτη, σύμφωνα με την Νομολογία, λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες του ίδιου και των εξαρτωμένων του ως προς τη στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών και ευχέρεια για
οικονομική διακίνηση του οφειλέτη8.

Σύμφωνα με την Νομολογία κατά τον προσδιορισμό της μηνιαίας δόσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων και το μέγεθος του χρέους σε συνάρτηση με τον χρόνο που θα απαιτηθεί για εξόφλησή αυτού μέσω της εκάστοτε μηνιαίας δόσης9. Δαπάνες σχετικά με την κατανάλωση τσιγάρων και ποτών καθώς επίσης και δαπάνες που αφορούν διασκέδαση, καφενεία και άλλα συναφή δεν θεωρούνται ως αναγκαία έξοδα10. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Νομολογία, δεν μπορεί ένας οφειλέτης να δημιουργεί υποχρεώσεις, πέραν αυτών που είναι αναγκαίες για την κάλυψη ουσιαστικών βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του και ακολούθως να τις επικαλείται ως δικαιολογία για την ανικανότητα και αδυναμία του να αποπληρώσει το εξ’ αποφάσεως χρέος του11.

Όπως επίσης έχει νομολογηθεί είναι επίσης δυνατή η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον του οφειλέτη ακόμα και αν δεν εργάζεται αν καταδειχθεί πως ο τελευταίος έχει την ικανότητα για προσοδοφόρα απασχόληση και εργασία αλλά από επιλογή δεν εργάζεται. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο12.

Ακολούθως, αφού διαπιστωθεί  ότι ο οφειλέτης είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του, το Δικαστήριο προχωρεί με τον επακριβή καθορισμό του ποσού που θα καταβάλλεται μηνιαίως.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί πως μετά την έκδοση Διατάγματος διαταγμάτων πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες των Άρθρων 91Α(3) και 91Β(3)(β) του Κεφ. 6, που προνοούν πως η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης συνιστά πράξη καταδολίευσης, που θεωρείται ποινικό αδίκημα. Κατά το Άρθρο 91Β(1) του Κεφ. 6, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης που προβαίνει σε τέτοια πράξη τιμωρείται με φυλάκιση έως δώδεκα μηνών ή/και χρηματική ποινή μέχρι χιλίων λιρών (€1.707,60), χωρίς να επηρεάζονται οι εξουσίες του Δικαστηρίου για έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του Κεφ. 6 ή άλλου νόμου. Διευκρινίζουμε πως τα πιο πάνω αποτελούν νομοθετικές πρόνοιες χωρίς αναμφίβολα να επηρεάζεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο τεκμήριο αθωότητας προσώπου.

Δημήτριος Χρυσάνθου

Οι πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν άρθρο παρέχονται αποκλειστικά για γενική ενημέρωση και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως νομική συμβουλή. Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου δεν δημιουργεί σχέση δικηγόρου–εντολέα και δεν αποτελεί νομική συμβουλή ή γνωμοδότηση επί συγκεκριμένης περίπτωσης. Για εξειδικευμένη νομική καθοδήγηση συνιστάται η επικοινωνία με δικηγόρο.

1 (βλ. Gesico Photographics Ltd v. JK. Video Art Co. Ltd, (1991) 1 A.A.Δ. 134 και Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ, (1989) 1 (Ε)
Α.Α.Δ. 686).
2 βλ. Μιχαήλ, κ.α. ν. Αδελφοί Πούλλου Λτδ, (1997) 1 Α.Α.Δ. 1759)
3 Βλ. μεταξύ άλλων Βασιλειάδης ν. Τσουρή, (2007) 1Α Α.Α.Δ. 43
4 Βλ. μεταξύ άλλων Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ, (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 686
5 βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1034
6 βλ. Νίτσα Χριστάκη ή άλλως Παγωνίτσα Χριστάκη Παναγιώτου v. Μάρω Μιχαήλ (1998) 1 Α.Α.Δ. 422 
7 βλ. Gesico Photographic v. J.K. Video (1991) 1 Α.Α.Δ. 134
8 βλ. Μιχαήλ v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 812
9 National Bank of Greece v. Nicos Trihinas (1976) J.S.C 411
10 βλ. Soteriades v. Koutsiou (1970) 1 CLR 25 και Chrysostomou v Athanasiou (1981) 1 C.L.R. 669
11 βλ. Anestos Adamou Kokoni v Xenophon Ioannides (1963) C.L.R. 468 και Σ.Π.Ε. Αραδίππου v Έλλη Ιακώβου (1999) 1 ΑΑΔ
2032.
12 Σωτηρίου v. Universal Bank Public Ltd, Πολ. Έφ. 271/2013, ημερ. 9.3.2020

Share this article:

Facebook
Twitter
LinkedIn
WhatsApp

More articles